- οἰνοποσίαρχος
- οἰνο-ποσίαρχος, ὁ,A = συμποσίαρχος, BCH24.386 ([place name] Bithynia).
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
οινοποσίαρχος — οἰνοποσίαρχος, ὁ (Α) συμποσίαρχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἰνοποσία + αρχος (< ἄρχω)] … Dictionary of Greek